Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Συναντιόμαστε στον δρόμο και κάνω πως δεν σε ξέρω. Επαναλαμβάνεις.
Κι ας σαρώσαμε θύελλες.
Η αλήθεια έγινε ζητιάνα κι εμείς δεν της δίνουμε πέρα από λίγα σεντς.
....................................
Έτσι επιβιώνουν σήμερα οι άνθρωποι από την στιγμή που έσβησαν από την μνήμη το- δια ζώσης- χωρίς άνω και κάτω τελεία.
.................................
Ο τόπος μας είναι ένας μαχαλάς όπου αυτός που τολμάει να πει την αλήθεια δημοσίως ,πρώτα σταυρώνεται ,και μετά σκοτώνεται. Σιγά σιγά και χωρίς να σκορπιστεί ούτε ένα αληθινό δάκρυ.
Αυτό το ξέραμε από την αρχή, πριν την παιδική μας ηλικία.
.................................
Από τότε που έγινες υβρίδιο, ο Λυκαβηττός με στενεύει.
Με πνίξανε οι φιλοδοξίες σου, κάπως άκομψα και χωρίς καμιά σκέψη δεύτερη ,πουλήθηκες κι εσύ στις αγορές.
Φόρεσες το πιό αθώο και γλυκό σου πρόσωπο κι άρχισες να μιλάς ατέλειωτα στους μελλοντικούς σου αγοραστές, τον χορηγό σου τον λυπήθηκα γιατί δεν ήξερε τι φρικτό είδος έγινες μετά την ένδεια της προηγούμενης ζωής σου.
................................
Τα λογίδρια σου ήταν αποτέλεσμα ενός κολάζ με εμμονές γεμάτες κορυφώσεις με λογοτέχνες, ζωγράφους , ποιητές , κινηματογραφιστές και πάντως όχι πολιτικούς.
Αυτούς τους αντικαθιστούσες με τους φιλόσοφους.
.....................................
Έπρεπε να με είχες ειδοποιήσει για τις επιλογές σου. Δεν είχα υποχρέωση να ξέρω που θα σε οδηγούσε εκείνη η γλυκόπικρη μελαγχολία σου, έπρεπε να παραδεχτείς πως οι φιλοδοξίες που έβλεπα στα μάτια σου ήταν αλήθεια.
Τα άλλα ας τα άφηνες σε εμένα.
...................................
'Υστερα σε είδα να περιφέρεσα στον κόσμο με τις μνήμες μιας παράγκας που προσπαθούσε να γίνει ρετιρέ με χρώματα ώχρας ,κόκκινου και μπλε του κοβαλτίου.
Ανίκανη ήμουν να δεχτώ αυτή σου την ήττα, κι όμως εσύ τώρα χαιρόσουν από την εφήμερη φήμη σου, χαιρόσουν που επιτέλους είχες έναν χορηγό καλοεκπαιδευμένο στις χορηγειες.
.....................................
Όταν στο είπα άρχισες να πολεμάς την σκιά μου και να διαδίδεις για μένα πως πεθαίνω.
Έγινες αυτός που έθαψε ένα μέρος από τα όνειρα μου.
Αλλά κάποια στιγμή συνήλθα από την λύπη και προχώρησα.
Αποχαιρέτησα το άδειο σου κουφάρι και συγχώρησα.
Ας είναι ελαφρύς ο απόπατος που θα σε σκεπάσει, είπα από μέσα μου .
...........................
Κάθε ημέρα βλέπω κι άλλα υβρίδια που σου μοιάζουν.
Και η μνήμη συμπυκνώνεται όπως κι οι πληροφορίες.
Γιατί ο μαχαλάς έχει πολύ ήλιο. Νιώθουμε τον ήλιο και ξεχνάμε τα βασικά.
Πως το αίμα, τα σκατά και το σπέρμα εμπεριέχονται μέσα στον άνθρωπο.
Τον άνθρωπο αφήσαμε πίσω.
Τώρα συνομιλούμε με υβρίδια.
Ελπίζω πως δεν θα τα αγαπήσουμε.
Ύβρις
Ηχώ ένα σαξόφωνο.
Ένας άντρας μέσης ηλικίας χτυπάει τα κλειδιά του. Οι ήχοι μπλέκονται αλύπητα μεταξύ τους μπροστά από την μπλε κουρτίνα. Τραβούν μπροστά τον χρόνο.
Ο χρόνος μετατοπίζεται, ανοίγει για να φανεί το χάος σε όλη του την μεγαλοπρέπεια.
Στέκομαι αμίλητη σε ετούτη την απλότητα. Και την κατάνυξη.
Οι flappers χορεύουν με τον Francis Scott Fitzgerald , τα πνευστά τζαμάρουν με την ντραμς και το πιάνο κινείται στην μέση της σκηνής.
Δεν γνωρίζω την ορθογραφία τους, νιώθω όμως την ορθότητα τους.
Ηχώ ένα σαξόφωνο ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι λέξεις.
Είναι στιγμές που θα πουλούσα στον διάβολο την ψυχή μου για να μπορώ μόνο να νιώθω κι όχι να σκέφτομαι.
Να νιώσω ένα 24ωρο, κι όχι να το σκεφτώ.
Η JAZZ είναι αυτό. Το να νιώθεις. Οι ήχοι καθώς μπλέκονται μεταξύ τους κι ανοίγουν τα πεδία αυτοσχεδιάζοντας είναι αυτό.
Παύουν όσο διαρκούν τον αγχωτικό αιώνα, την αγχωτική ημέρα.
Οι ώρες τρέχουν αλλά ενώ οι νότες επίσης τρέχουν κάτι παύει να κινεί την αγχωτική επίδραση της κορτιζόλης.
Είμαστε ορμόνες και εικόνες λένε. Επιδράσεις και αλληλοεπιδράσεις.
Λένε.
Παλεύω να μην ξέρω τίποτε. Αλλά ακούγοντας τον ήχο μιας γάτας μέσα από το σαξόφωνο ξέρω πως ξέρω.
Ξέρω πως άνθρωποι σαν τον Ντοστογιέφσκι δεν μπορούν να κοιμηθούν τα βράδια. Αναλύουν τον αιώνα μέσα σε δυό σελίδες, πως θα μπορούσαν να κοιμηθούν ήρεμα;
Μοιάζει αδύνατον να σου πω το εν κατακλείδι. Ωστόσο ξέρω πολλούς που το λένε ατέρμονα χωρίς να λένε τίποτε. Φλυαρούν δίχως τέλος χωρίς να στιγματίζουν τα ουσιώδη.
Το πιάνο πατάει γερά. Λέει τα ουσιώδη.
Αλλά τα ξεχνάς την επόμενη ημέρα.
Γιατί σε βομβαρδίζουν όσα ξέρεις. Όσο περισσότερα ξέρεις τόσο πιό πολύ εύθραστη γίνεται η αθωότητα σου.
Παλεύεις με όλο σου το είναι να την διατηρήσεις γνήσια.
Και λυπάσαι που δεν γεννήθηκες σε μια μελλοντική εκδοχή του ανθρώπινου είδους.
Είσαι μόνος σου μπροστά στην ζωή και στον θάνατο.
Οι ρωγμές και τα θραύσματα αυτοσχεδιάζουν γερά.
Μπροστά στην σκοτεινή πύλη ακούω ένα σαξόφωνο.
Φυσάει ένας Κρεολός αέρα ενώ ένας μαύρος ανοιγοκλείνει το στόμα του χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου.
Μοιάζει να ξέρουν ακριβώς τι είναι ζωή και τι είναι θάνατος...
JAZZ

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018



Το Φθινόπωρο, τα μάτια μας αδειάζουν στην θάλασσα τις νύχτες όταν κοιμόμαστε ,το δωμάτιο γεμίζει με νερό..
Ζω με την επιθυμία η ανθρωπογνωσία μου να μην είναι άκαμπτη και συνεχώς να βρίσκεται σε κινητοποίηση...
Εκείνος που μέθυσε σε ένα μνημόσυνο. Τα λιμάνια κι οι σταθμοί των τρένων. Η στάχτη του χρόνου. Η άχρηστη ματαιοδοξία των πολιτικών. Η διατήρηση του παραληρήματος της μάζας. Ο γαλήνιος ποιητής που κοιμάται σε μια καρέκλα καφενείου . Ο ανήσυχος ποιητής που πίνει ενώ ταυτόχρονα γράφει στίχους. Τα θυμωμένα στομάχια. Ο υπερβάλλων ζήλος της μητέρας . Οι ξενόφερτοι βασιλείς, οι δικτάτορες κι οι μασκοφόροι της Κατοχής. Οι μασκοφόροι όλων των εποχών. Οι κηδείες με τα πλήθη δίπλα στο φέρετρο. Αυτοί που μετανάστευσαν στις άλλες χώρες κρατώντας ραμμένο ένα γράμμα της μητέρας στην καρδιά. Αυτοί που άφησαν τα όπλα τους πιστεύοντας σε μια συνθήκη. Αδέλφια που αλληλοσκοτώθηκαν στα βουνά κι αδέλφια που είδαν την σιδερένια πόρτα ενός Πανεπιστημίου να πέφτει κάτω από ένα τανκ. Ιστορίες που ειπώθηκαν από τους παππούδες και τις γιαγιάδες κι έγιναν χελιδόνια. Η αρχαία ιστορία που έγινε πλεονεξία. Η αχαριστία κι η προδοσία. Η αγάπη όταν φοράει όλα τα χρώματα. Το σπίτι της εγκατάλειψης. Τα Καλοκαίρια της θάλασσας. Οι Χειμώνες δίπλα στο τζάκι. Εσύ που δεν με πίστεψες. Εγώ που δεν σε πίστεψα. Η ελπίδα πως όταν θα.. Η Ελλάδα, αυτή που όταν την σκέφτομαι δαγκώνω τα χείλια μου..
θυγατέρα Η θυγατέρα με το ωραίο πρόσωπο ανέβηκε στην καρέκλα, να δει τον εαυτό της στον καθρέφτη ήθελε, δεν είχε δει τα μάτια της από χτες, πάντα όταν τα έβλεπε ,πρόσμενε την νέα ημέρα με καινούργια διάθεση. Κι ο Νοτιάς βουτούσε στο δωμάτιο, κι η γυναίκα ριγούσε γιατί ένιωθε την οσμή της γυναίκας, το κορίτσι ήθελε να παίξει θέατρο με,κάτι ξεχαρβαλωμένες κούκλες απ τον χρόνο, μια παράσταση έστησε μόνο για κ... είνην. Κι άρχισε να στήνει το έργο της υπομονετικά σαν την αράχνη, μα είχε δει τα μάτια της στον καθρέφτη, ήταν γυναίκας, γι αυτό το έργο άρχισε αυτόματα να τρέχει γύρω από τον έρωτα, όχι κάτι που ήταν, παιδικό. Είναι κάτι κορίτσια που γεννιούνται σαν γυναίκες κι η χαμένη παιδικότητα τις βρίσκει στο ψαχνό σαν κανονιά από πλοίο πειρατικό. Την στιγμή που σαν γυναίκες προσπαθούν να πάρουν μια απόφαση έρχεται η θυγατέρα και τις μπερδεύει στο λεπτό. Είναι που στο αίμα τους ,το έχουν, να προσεγγίζουν τον έρωτα, από παιδιά ακόμη, με μια καύση στο στομάχι , με μια σταγόνα αίμα από βελόνα, από έναν γοητευτικό δάσκαλο πιάνου, από έναν υπέροχο τυχοδιώκτη, μαθηματικό. Οι ιδιωτικές ματιές του έρωτα στον χρόνο γίνονται λάγνα μαθήματα, είναι κάτι κορίτσια που γεννιούνται σαν γυναίκες, μοιάζει απίθανο να καταλήξεις αν είναι ευτυχισμένες ή απλά δυστυχείς. Το μόνο που μπορείς να διακρίνεις και να τις ξεχωρίσεις είναι πρώτα τα μάτια τους κι έπειτα το βήμα τους, ενώ περπατούν λυκνίζοντας την λεκάνη τους, κάπου κάπου ,τους ξεφεύγει ένα άγουρο βήμα, μεταξύ παιδιού αυτό είναι, και γης κλονισμένης, από υγρό πυρ..
Τι θυμόταν; Θυμόταν τα παλιά, τα πρώτα, αυτά που ήταν αίμα. Τώρα θυμάται μόνο το παχύ χιόνι. Πυκνά σωματίδια χωρίς σώμα. (Θα έρθει μια ημέρα που θα σταθώ μπροστά στον καθρέφτη και δεν θα ξέρω ποια είμαι. Ίσως καλύτερα να συμβεί αυτό). Είπε ,και χιόνι πυκνό, στάθηκε πάνω από το κεφάλι της σαν αύρα αγίου. Πόσο δεν θέλω να πεθάνω, είχε πει ο ποιητής. Αυτή έλεγε το αντίστροφο. Δεν το ήξερε πως αυτό έλεγε, αλλά οι πράξεις της αυτό έλεγαν, στο χιόνι που σκέπαζε τα πάντα, την κάθε νέα ημέρα. Θυμόταν μόνο τα παλιά, αυτά που ήταν αίμα. Τώρα είχε στεγνώσει από αίμα. ΉΤαν μια φιγούρα της πόλης με το φύλο της γυναίκας αλλά χωρίς πρόσωπο..
Οι φτιαγμένες φωτογραφίες μιλούν για την αμάθεια των άλλων, μιλούν κι ενάντια στα κάδρα που τις φιλοξενούν. Κάνουν λεκτικές επιθέσεις. Κραδαίνουν λέξεις και προγράμματα που ρετουσάρουν τις ηλικίες τους και τα όνειρα τους . Καταγγέλουν έναν κόσμο που κινούνται σε αυτόν πρώτες αυτές. Ένας θίασος βωμολοχεί ακολουθώντας. Μιλούν συνεχώς για μια χώρα που είναι σε επιτροπεία . Για μια χώρα που χτίστηκε από νεκρούς. Η ποίηση χρησιμοπείται από αυτούς που προσπαθούν να ισορροπήσουν το μίσος τους με την ανάγκη για ζωή και η ζυγαριά γέρνει πάντα στο μίσος. ΌΜως η ποίηση ζητά στο μίσος το χέρι του κι ο ποιητής αφήνει ίχνη που δεν θα σκεπάσει η άμμος. Η πλεονεξία φωνάζει στους ακόλουθους ουρλιάζοντας για την υστεροφημία. Η ματαιοδοξία είναι μια φυλακή. Εκεί χτίζουν τα κάδρα τους αυτοί που ενώ θέλησαν βαθιά να αμαρτήσουν δεν έπραξαν ούτε μια αμαρτία. Οι φτιαγμένες φωτογραφίες φοβούνται να κοιμηθούν, φοβούνται και να ξυπνήσουν. Διαλυμένες από την δυσπιστία δεν απλωνουν το χέρι στην ζωή. Και μια νύχτα που ένας πυροβολισμός θα διαλύσει το κάδρο που έχουν αντί για παράθυρο, θα προλάβουν να σκεφτούν πόσο μάταια ήταν όλα. Όμως όσο οι αληθινές ιστορίες θα σπανίζουν, τόσο πιο πολύ θα λάμπει το ψέμα των ορφανών από κάδρο. Γαιτί οι αληθινές ιστορίες φέρνουν μέσα τους και τις ζωές των άλλων κι όχι μόνο την δική τους. Λίγο πριν κλείσουν τα μάτια θα νιώσουν πόσα πράγματα δεν έκαναν ενώ θα μπορούσαν γιατί ήταν τόσο πολύ απασχολημένοι με τον εαυτό τους. Ένα λεπτό σκέψης για αυτά τα θύματα από όλους μας. Ενώ η χώρα είναι σε επιτροπεία από ξένες δυνάμεις , αυτοί είναι σε επιτροπεία από τον εαυτό τους, σπάστε τα κάδρα και βγείτε έξω από τα σπίτια σας. Η ζωή εκεί έξω φλέγεται... υγ. αφιερωμένο
Ένας δράκος ξέρει πάντα να ακούει όσα δεν του περιγράφουν με λέξεις, η κάθε ατμόσφαιρα είναι απλά η ενσυναίσθηση του..
Ο Δεκέμβρης φοράει τα χέρια του Μάνου Κατράκη. Πηγαίνει στο σπίτι με τα ερειπωμένα παλιά έπιπλα στο χωριό και τρώει χιόνι. Κοιτάζει την φιγούρα του ηθοποιού καθισμένο στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου και απλώνει το βλέμμα στα χέρια του. Ξέρει πως οι άνθρωποι μιλούν με τα μάτια και τα χέρια. Τα χέρια του Μάνου μιλούν με λέξεις, τα οστεώδη ζυγωματικά μιλούν με τρυφερότητα. Θα μείνω, λέει. Ο Μάνος, αυτό λέει και μένει. ........................... Και χορεύει με τα χέρια απλωμένα σαν να πιάνουν πουλιά που πετούν γύρω του και κλαίει με τα χέρια απλωμένα στο κρεβάτι ,φωνάζοντας την εγκατάλειψη. Ο Δεκέμβρης γελάει με τα λογύδρια τύπου η μετριοφροσύνη είναι για τους μέτριους γιατί ξέρει πως σήμερα η έπαρση είναι για τους μέτριους, το παρατηρεί κα΄θε φορά που δαγκώνει τα χείλη του μηχανικά. Ο Δεκέμβρης θυμάται το αίμα και τις σφαίρες. Τα παιδιά που λιποθυμουν στα σχολεία. Την ξυλόσομπα που έκαψε εκείνο το σπίτι.. Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα. Το χιόνι. Τον αέρα. Την αγριεμένη θάλασσα. Τους εραστές που ντύνουν τα σεντόνια τους με ψέμα . ........................... Την μαυροντυμένη γριά στο Πέραμα που γυρνάει στους δρόμους ξυπόλητη και τρώει σκατά σκύλων εξαιτίας του χαλασμένου εγκεφάλου της. Ξέρει πόση σκληρότητα διαθέτει ο άνθρωπος και στολίζει δέντρα με λαμπερές μπάλες και χαρίζει δώρα, μήπως γλυκάνει την καρδιά του κτήνους. Κοιτάζει εκείνον τον φοιτητή που μένει στο δώμα και διαβάζει μόνος έχοντας συντροφιά ένα μικρό παπαγάλο κι αργότερα θα φτιάχνει δρόμους στην πολιτεία της ακινησίας και του ξεπουλήματος. Θα τον δεις να επιμένει να πηγαίνει στις παγωμένες αίθουσες κάποιων κινηματογράφων μόνο και μόνο για να υπα΄ρχει έστω ένας θεατής. Θα τον δεις να αηδιάζει από την χυδαία επίδειξη μιας δήθεν κουλτούρας. Ξέρει πως η ψυχή είναι ο αγώνας με τον εαυτό και η καρδιά είναι η επαφή μας με τους άλλους. ........................... Τα ξέρει βλέπεις γιατί κουβαλάει στην πλάτη του όλους τους προηγούμενους μήνες... Θα τον δεις να πηγαίνει κοντά σε αυτούς που υποφέρουν τις νύχτες και τις ημέρες στα παγκάκια. Είναι αυτός που διώχνουν τόσο εύκολα οι άνθρωποι ξορκίζοντας το κακό που κουβαλούσε όλη την χρονιά ρίχνοντας του κλωτσιές στην πλάτη. ........................... Ο Δεκέμβρης θυμάται τον Παπαδιαμάντη. Το πλήθος δεν θυμάται και δεν βλέπει. Πηγαίνει όπως οι μύγες οι ζαλισμένες. Δεν ξέρει πως αν συγκεντρωθείς με όλες τις αισθήσεις σου σε ένα λεπτό μπορείς να κερδίσεις μια αιωνιότητα. Εκείνος το ξέρει. Και προσπαθεί να αντισταθεί στην ψυχική πανούκλα κάθε ημέρα. Πότε πετυχαίνει και πότε λυγίζει και πέφτει στα γόνατα. Αλλά όρθιος σαν τον Μάνο. Γιατί φοράει τα χέρια του... Και μοιάζει στον Μάνο.
Ο ποιητής είναι μόνος και μονομάχος Κάθε ωραίο του ποίημα είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης με τον εαυτό του
Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα όταν άρχισε να γράφει τηλεγραφήματα στους πεθαμένους. Λουρίδες ουρανού στραφτάλιζαν αστέρια έξω από το παράθυρο. Όλα ήταν στεγνά. Άδεια. Η αυλή. Σχεδόν και τα δωμάτια του σπιτιού. Κάθε Χριστούγεννα έγραφε αυτά τα σημειώματα και τα άφηνε δίπλα στο τζάκι. Μόνη εδώ και αιώνες με λίγες εξεργέσεις των ζωντανών προσώπων ενάντια σε αυτήν την μοναξιά. Την δική τους και την μοναξιά της χώρας. Βασικά έμενε ζωντανή μόνο και μόνο για να πάρουν αυτά τα τηλεγραφήματα. Αλλά πάντα έμεναν εκεί, στο παλιό τραπέζι. Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα όταν ένιωσε εκείνο τον πόνο στο στήθος. Μεγαλειώδης , σουβλερός και σταθερός, την άνοιξε σχεδόν στα δύο. Έπεσε κάτω χωρίς να προλάβει να βγάλει μια φωνή. Και καθώς έφευγε από την ζωή πρόλαβε να δει τον πατέρα της όρθιο και στιβαρό όπως τότε, νέο με ένα τσιγάρο στο αυτί να παίρνει το ένα τηλεγράφημα και να διαβάζει. Έγραφε, <<η ζωή μου είναι αδύνατη και ανεπιθύμητη χωρίς εσάς>>. Έπειτα τον είδε σκυμμένο από πάνω της και της είπε. <<Οι λέξεις δεν μπορούν να φέρουν έναν νεκρό πίσω, μόνο η ζώσα ανάμνηση>>. Της έκλεισε τα μάτια κι έφυγε. Έξω τα παιδιά περι΄μεναν κρυφά να δουν τον Άγιο Βασίλη να τους φέρνει τα δώρα. Πιό πολύ ήθελαν να τον ευχαριστήσουν με ένα μπισκοτάκι για τα καλά που έκανε, γι αυτήν την χαρά που ομόρφαινε την χρονιά τους μαζί με το Καλοκαίρι. Τα τηλεγραφήματα εκείνη την στιγμή έπιασαν φωτιά. Έτσι ξαφνικά. Κι έτσι ξαφνικά έγιναν μια στάχτη που χάθηκε κι αυτή . Οι όμορφοι άνθρωποι καίγονται ομορφα. Αυτό έμεινε σαν επίμετρο. Ο ουρανός κρατούσε στα σεντόνια του εκατομμύρια αστέρια κι οι πλανήτες δεν ήταν ακριβώς ασάλευτοι. Στο πλησίασμα των γιορτών
Αγαπώ τους γκρεμισμένους ανθρώπους, οι ιστορίες τους σχεδόν πάντα είναι ανθισμένες με γιασεμιά , κρίνους, κι έρωτες που υπήρξαν σαν φωτιές. Αγαπώ τους γκρεμισμένους ανθρώπους γιατί πάντα υπάρχει μια ανάγλυφη ομορφιά στα ερείπια τους και οι πέτρες των χαλασμάτων τους κρύβουν ολόκληρες πόλεις που μπορούν να αναστηλωθούν..
Η Μαρσελίν ήταν μόνη ανάμεσα στο πλήθος. Άλυτα προβλήματα σωρεύονταν στην πλάτη της καθώς όπως τα είχε καταφέρει -μόνο με την μαγική της ιδιότητα να ακούει -όλα τα προβλήματα της εξηγούσαν τις ιδιότητες τους. Όταν ήταν πραγματικά απελπισμένη, δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος να του μιλήσει, κι όμως η ίδια πάντα ήταν εκεί και πρόθυμη να ακούσει. Είχε μέσα της έναν γέρο Ινδιάνο που της είχε διδάξει πολυ σωστά τι είναι η υπομονή. Η υπομονή στην εποχή μας έχει άλλη μετάφραση. Οι αλλοι, όταν η Μαρσελίν δεν άκουγε απλώς, αλλά τους έδειχνε τα λάθη τους, εκνευρίζονταν και αντιδρούσαν άσχημα. Μια από τις πρώην φίλες της της είχε κλείσει το τηλέφωνο κατάμουτρα επειδή της είχε πει κάτι αντίθετο από ότι πίστευε η ίδια προσπαθώντας να την βοηθήσει να δώσει μια άλλη λύση στο πρόβλημα της.. Τα προβλήματα των άλλων μαζί με τα δικά της, έγιναν ένα. Μόνο και μόνο γιατί οι άλλοι δεν ειχαν μάθει να εκτιμούν αυτόν που ξέρει να ακούει και δεν είχαν όρια. Η ΜΑρσελίν επίσης δεν είχε βάλει όρια. Δινόταν όπως η πρωινή δροσοσταλίδα στον μίσχο. Μα ήρθε η εποχή που δεν μπορούσε πια να ανασάνει, τα προβλήματα χτυπούσαν στο σώμα της και την καρδιά της. Επιπλέον και τελειωτικό χτύπημα ήταν πως δεν μπορούσε να φτιάξει πια μαγικές εικόνες. Λες κι οι άλλοι άθελα τους της ρούφηξαν την έμπνευση και καθώς στεκόταν εκεί, δίπλα στο παράθυρο, συνειδητοποίησε βλέποντας τον κόσμο πως δεν μπορούσε τίποτε μαγικό να επινοήσει και να φανταστεί. Μαγικό θεωρούσε την ομορφιά της ζωής και όλα τα σημεία που βρίσκεται κρυμένη. Την νύχτα που άλλαξε ο χρόνος, ευχήθηκε με όλη της την δύναμη να απαλλαχτεί από αυτόν τον μαγνήτη, να την ανακαλύπτουν όλοι και να της λένε τα προβλήματα τους κι εκείνη να ακούει με τόση προσήλωση ώστε να νομίζουν πως μόνο ξέρει να ακούει. Την επόμενη ημέρα ,ξαφνικά κι απότομα σταμάτησαν τα τηλέφωνα, σταμάτησαν να την βρίσκουν άγνωστοι στον δρόμο , σταμάτησαν να την βομβαρδίζουν με τα συνεχή τους αδιέξοδα. Στην αρχή αυτό της έδωσε ελευθερία, άρχισε να αναπνέει κανονικά και να μην πονάει η πλάτη κι η καρδιά της. Όμως λίγες ημέρες μετά, συνειδητοποίησε πως ένιωθε μισή, σαν να της είχαν κόψει τα πόδια. Ο κόσμος ήταν πιο απελπισμένος από ποτέ γιατί σιγά σιγά έμπαιναν σε ένα κάδρο ζωής που κανείς δεν άκουγε ποτέ τον άλλον. Καθένας παραμιλούσε μόνος του, αυτό έκανε πιο δυστυχισμένη την ΜΑρσελίν από πριν. Η ζώσα ζωή έδινε την θέση της σε μια νεκρή ζωή, χωρίς ενέργεια , συναισθήματα , πάθη και χρώματα. Προσπάθησε να μιλήσει σε κάποιον γνωστό της ,παρακινώντας τον ελαφρά να της μιλήσει για αυτά που τον βασάνιζαν. Όμως όλα πια είχαν αλλαξει. ΌΛοι ήταν στραμμένοι μέσα τους. Κι έτσι η Μαρσελίν ,δεν έβρισκε πια τίποτε ζωντανό ,εκτός από την φύση, ώστε να εμπνευστεί και να φτιάχνει μαγικές εικόνες. Εξάλλου ,είχε μάθει να μοιράζεται αυτές τις εικόνες, προσπαθώντας να τις αφήνει πότε πότε ανάμεσα στα ακούσματα της λύπης και των βασάνων ώστε να μαλακώνει την δύναμη των προβλημάτων των άλλων. Δεν μπορούσε να πάρει την ευχή της όμως πια πίσω. Έτσι κατέληξε να κάνει ότι έκαναν οι άλλοι. Μιλούσε κι εκείνη όπως όλοι, χωρίς να μπορει και να ακούει. Κι η μαγεία από τότε , ψάχνει να βρει ικανούς και δυνατούς μεταβιβαστές με διάφορους τρόπους. Όμως θα υπάρξουν οι μεταβιβαστές κι οι παραλήπτες; ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ( για τις ημέρες αυτές)
( Υπόγειο ) Η μητέρα μάζευε κίτρινα φύλλα, συχνά ο πατέρας τα έκανε χαλί, στολίζαμε επάνω του δάκρυα και πόνους χωρίς κραυγές. Τις νύχτες κρύβαμε τα πρόσωπα μας κάτω από την κουβέρτα. Μην ακούσει κάποιος τα όνειρα μας και γίνουν πραγματικότητα. Συνηθίσαμε να πονάμε χωρίς να ζηλεύουμε τους άλλους σαν γελούσαν. Κι όταν είδα για πρώτη φορά φέρετρο δεν παραξενεύτηκα, είχα ακούσει την μύγα στην πομπή που ακολουθούσε , την είχα ακούσει σε εκείνο το υπόγειο που μεναμε..
Θέλω να σου μιλήσω γι αυτούς που η ζωή τους είναι μια σάρωση από θύελλες.Οι Πλουτώνιες εκβολές της γεννήσεως τους τους φέρνουν σε θέση σκληρή, να πιάνουν με τις αόρατες κεραίες τους αυτά που θα συμβούν.Και να ανεβαίνουν στον Γολγοθά με πόδια ματωμένα για να μπορέσουν από τα μαθήματα του πόνου να μεταμορφωθούν... Να ξέρουν ποιό μαχαίρι και πως θα τρυπήσει την καρδιά τους από υποκριτικούς ανθρώπους κι ανίδεους στο ζήτημα της αγάπης. Πως αντί για πανοπλίες και όστρακα , όσο πληγώνονται τόσο ανθίζουν, και φορούν ροδοπέταλα και γιατσέντα. Χίλιες δυό προδοσίες από δικά τους πρόσωπα, δάκρυ μπλε του κοβαλτίου επάνω σε καταπράσινα έλατα. Άνθρωποι- δέντρα. Να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους διαβάζοντας στο χέρι και στο μαξιλάρι τους την κόλαση του Δάντη. Μόνοι στα φαράγγια με τα αγριοκάτσικα κοιτάζουν τις αστροπόλεις της ενδοχώρας των συντρόφων τους. Τους άκουσα μια νύχτα που το αίμα έτρεχε από τα μάτια τους να λένε ( πόσο θα πονέσουμε ακόμη για να γίνουμε άνθρωποι;) Γρανιτένιοι βράχοι οι μακρινοί κάτοικοι δεν αντιλαμβάνονται τίποτε από το δράμα τους. Να κρατηθούν, να μην αντιγυρίσουν το μαχαίρι όσο κι αν πονούν. Δεν είναι που ξέρουν τις ρίζες της ευγένειας, είναι η στωικότητα που οπλίζει την γνώση να μην γίνει εμπόδιο ή υλικό για πόλεμο. Πλούτωνες χωρίς φύλα, θεοί χωρίς πιστούς, μόνοι και κάποτε κατάξεροι, τους ακούω να λένε τρυφερά (ως πότε αδέλφια θα αντέχουμε να πονάμε για να γίνουμε άνθρωποι;) Και δεν μπορώ παρά μόνο να τους αγαπώ. Κυκλοφορούν ανάμεσα μας...
Προχωράς με ένα στραβό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, διαδρομές μεταξύ ζώντων και νεκρών συντελούνται στον πρώτο ενικό, στο πρώτο κοιμητήριο. Η πλάτη σου κατεβαίνει μαζί με το φεγγάρι. Τα χέρια σου διψούν. Ο κόσμος σου είναι σε πένθος. Ο κόσμος έξω από εσένα έχει πένθος. Ο κότσυφας τραγουδά μέσα σε ένα σύννεφο, τον ξέρεις. Θυμάσαι όλες τις ευχές που πήρες στο ταγάρι με τα κόκκινο κέντημα, τις ελευθερώνεις μήπως χρησιμέψουν σε κάποιον. Κινείσαι προς τα πίσω, στην αντίθετη κατεύθυνση από το τραμ. Σε λένε πεταλούδα, κάτι όμως μέσα σου σου φωνάζει πως δεν θα ξαναπετάξεις ποτέ πια. Φυλάξου,μην το πιστέψεις. ( Μελαγχολία )