Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Μου είπε επί λέξει -Άμα πεθάνω πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Γιάννης Βαρβέρης
Να γίνεσαι αναζητητής και οδοιπόρος χωρίς την ανάγκη της αυτο αναφορικότητας, είναι η πιό δυνατή αίσθηση ελευθερίας...
Ο πατέρας μου ήταν ένα κόκκινο μήλο το τρώγαμε μαζί, ένας δίσκος του Βαμβακάρη χορεύαμε τις Κυριακές πίσω από τις κλειστές πόρτες τα τραγούδια, ηταν η θάλασσα που με έμαθε να επιπλέω, μια αφίσα της Μοσχολιού στο μαραγκουδικο,, ένα καναρίνι φωλιαςμένο κάτω από την τραγιάσκα του παππού, ένα ρολόι που πήρα από το χέρι του στον νεκροθάλαμο και ποτέ δεν το φόρεσα μα μονο το κοιτάζω, λέω ήταν- γιατί τώρα είναι ένα σύννεφο που κρύβω με επιμέλεια στο στήθος, το αφήνω πότε πότε και με ταξιδεύει χωρίς να χρειάζομαι πυξίδα... - του πατέρα μόνο
Ο κάμπος στο βάθος ηταν μια πορτοκαλοκκόκινη σφαίρα που έβγαζε σπίθες , τιναγμένες φωτιές γύρω από τον θόλο που έβραζε. Ήξερε πως δεν τον απειλούσε ο καύσωνας, τον απειλούσε η διεγερτική της εικόνα που σκάλιζε στο μυαλό του. Την είχε βρεί ξανά, μετά από χρόνια τυχαία στον δρόμο,τώρα ομως ήταν ψυχικά τραυματισμένη κι άδεια μέσα στον εαυτό της. Όταν βρέθηκαν μαζί ,αυτός εκτόπιζε με το βλέμμα του κάθε ξένη ματιά που ερχόταν επάνω της. Ένιωθε πως ξαναγινόταν ο ίδιος άντρας οπως τότε, πριν επτά χρόνια. Εκείνη πάλευε με τους δικούς της δαίμονες, αυτός δεν είχε πρόβλημα, αρκεί να τον άφηνε να τους πιάσει στα χέρια του και να τους πνίξει. Μια ψυχική κορύφωση τον άπλωνε επάνω από την φλεγόμενη σφαίρα της γης, εκατοντάδες μικροί, άλλοτε χλωμοί κι άλλοτε έντονοι αστερισμοί φωσφόριζαν στα μάτια του. Ήταν ξανά ένας άντρας που ήθελε να την κάνει να ζήσει σαν γυναίκα. ¨οταν βούτηξε στην θάλασσα ,μετά το πότισμα της γης του ,αφέθηκε στο νερό κι είπε το όνομα της. Αυτή η μοιραία γυναίκα του αποδείκνυε πως ο αληθινός έρωτας δεν τελειώνει, μόνο οπλίζει τον πυρήνα του με άλλες εικόνες αλλα οπλισμένος ξαναγυρίζει στο μοιραίο πρόσωπο της ζωής του. Αυτός ο απλός άνθρωπος της γης ήξερε όλους τους στίχους κι όλες τις φιλοσοφίες να τις περιγράψει. Η διαφορά του με τους άλλους που εκείνη έκανε παρέα , ηταν πως αυτός είχε παλέψει μόνος του με τα ανθρώπινα θεριά κι είχε νικήσει. Δεν είχε πουλήσει γη και ύδωρ για να κατακτήσει φιλοδοξίες και να γίνει μέρος της ματαιότητας. Ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος που έβλεπε πίσω από αυτά που σχημάτιζε η γλώσσα κι ο λάρυγγας
Τα ρούχα είναι γεμάτα μνήμες, τις μνήμες τους διηγούνται στον ήλιο κι αυτός μπαίνει σε αυτές σαν αναγνώστης ενός βιβλίου..
Μέρα γιορτής, μέρα Σαββάτου ,στην πλατεία χορευτές ελευθερώνουν τις ψυχές τους με τα πόδια τους. Ενας ενήλικος, ένα παιδί κι ένα αγριολούλουδο φυτεμένο στην άκρη του δρόμου ανταμώνουν και κάνουν συμφωνία ειρήνης. Είναι φορές που χωρίς μεταφυσικές αναζητήσεις βλέπεις τα μετά των αγίων. Είσαι ευτυχισμένος όταν δεν έχεις ανάγκη να επικαλείσαι τίποτε για να ζείς Είσαι ευτυχισμένος όταν ξέρεις πως το σκοτάδι οδηγεί πάντα στο φως. Ξε΄ρεις την διαδρομή. Και δεν ρωτάς την αιτία που οι λύκοι γυρνούν ηττημένοι τα μεσάνυχτα.
Με ένα σαυράκι να σε κοιτάζει πάνω από το βιβλίο σου, να φουσκώνει την κοιλιά του και να σε κοιτάζει σχεδόν στα μάτια, μικρούλι, μάλλον παιδάκι κάποιας μαμάς σαύρας. Κάτω από καλαμιές που τοποθετήθηκαν ερασιτεχνικά στα βράχια κάνοντας λίγη σκιά ω΄σπου να αλλάξει πορεία ο ήλιος. Γυμνά βουνά, ριζωμένα στην θάλασσα, με τους γλάρους να παίζουν κρυφτό με τους ψαράδες που καθαρίζουν τα δίχτυα, και τις γάτες να γλύφονται σχεδόν μελωδικά στα τραπέζια περιμένοντας κάποιο κέρασμα. Το σπίτι τραγουδάει , χαρούμενο είναι γιατί του λείψανε τα χάδια κι η φροντίδα. Η βεράντα τις νύχτες απλώνεται στον αστροπίνακα των Κυκλάδων. Οι βασιλικοί αναστενάζουν όποτε κάποιο χέρι τους ανακατεύει το κεφάλι. Τα μονοπάτια γεμίζουν τουρίστες που αγαπούν το περπάτημα. Κι εμείς το αγαπούμε, προπονούμε μόνο σιγά σιγά τα γόνατα μας που μας εκτοξεύουν βρισιές ώσπου να μπορέσουν να διασχίσουν μονοπάτια στο βουνό. Η ευτυχία είναι μετάξι, καθαρίζει τον νου, διασχίζει όλο το σώμα και χαρίζει αντισώματα. Να είσαι ανοιχτός για να έρθει. Και τότε όλα τα πλάσματα της φύσης ένα ένα θα σε πλησιάσουν μόνα τους όπως πάντα.
Τα βουνά ξεφτιζουν χρώματα, πεθαμένο πορτοκαλί, καστανό σβησμένο , μοβ απαλό, σαν τα μάτια της Ζανά, της τελευταίας Ινδιάνας των Μαπούτσε. Από τότε που ξεκληρίστηκαν οι Ινδιάνοι τ´ιποτε δεν άλλαξε, ένα εγώ διαταραγμένο ,σκίζει τον πλανήτη οπως το ψαλίδι το χαρτί. Αυτός που νομίζει πως αντιστέκεται μονάχα με την τέχνη του σε αυτό το εγώ ,συμβάλλει με τον τρόπο του στην διατήρηση του. Μπορώ με το αυτί στο χώμα , να ακούω ποδοβολητά αλόγων, τόξα που περνούν ξυστά απο πληγές ανοιχτές, την γυναίκα της ερήμου με τα μάτια υπερβάλλοντα θλίψη τονισμένα με κολ, τον πρόσφυγα μέσα στο σκηνικό της εικονικής κρίσης και τα δέκα γουρούνια να απλώνουν τα βρώμικα δάχτυλα στον παγκόσμιο χάρτη και να κλέβουν την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτός που βαυκαλίζεται πως είναι ευαίσθητος δέκτης της ανθρώπινης δυστυχίας γράφοντας ,είναι ένας απλός καταγραφέας, οι ποιητές κοιμούνται νεκρικά, δεν ανεβαίνουν στην επιφάνεια για να μην αλλάξει αυτό το αιματώδες σκηνικό. Οι δικτατορίες πρώτα αυτούς αναγκάζουν σε παύση εξαφανίζοντας τους.. Πάνω σε μια κόκκινη ανεμώνη της θαλάσσης, σε ονειρεύτηκα πάλι άγνωστε φίλε. Κινούμασταν και περιμετρικά και χωρίς συγκεκριμένη πορεία. Τουλάχιστον να ζήσουμε και να αφήσουμε χώρο και στους άλλους να ζουν. Η έπαρση σκοτώνει την αληθεια. Η αλήθεια είναι το παρελθόν μας αλλά και το μέλλον μας.. Η πραγματική ζωή είναι το κακό να το αλλάζεις σε καλό κι ¨υστερα να μην υπάρχει ούτε κακό ούτε καλό... Εκεί θα ήταν χρήσιμο να εξαντληθεί η επιστήμη και η ποίηση.. Κανένας να μην είναι υποταγμένος... Ω αγαπημένη Ζανά μικρή αδελφή των Μαπούτσε..
Κι ύστερα μια ηλιαχτίδα στάθηκε στο πάτωμα κι έμπλεξες τα μαλλιά σου μέσα της, δεν μπορούσα άλλο να κάνω εκτός του να βλέπω τα μάτια σου, μάτια που ήξεραν το χάος και τον ίλιγγο της ζωής. Δεν ήξερα άλλη ζωή εκτός της παρατήρησης, δεν ήξερες άλλη ζωή εκτός του να ζεις με όλη σου την ύπαρξη. Η λέξη μεταμέλεια δεν είχε χρηστικότητα στις ημέρες μας γιατί η αγάπη κυριαρχούςε σε οτι κάναμε. Μέχρι σήμερα το ασήμαντο για τους άλλους είναι σημαντικό για εμας
Κάποιο βράδυ στο νησί , ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό λουλούδι άνοιξαν τα σωματα τους και διηγήθηκαν όλες τους τις ιστορίες. Ύστερα ,έγιναν πέτρες για να μην μαραθούν οι εξιστορήσεις τους..
Η συγχώρεση είναι μια διαρκής αφήγηση και βοηθά στην επεκταση της ψυχικής ικανότητας να απολαμβάνει κανείς την ευτυχία
Να έρχεσαι να με βρίσκεις, να μιλάς με γιατσέντα, να μεθούμε από την κόκκινη πεταλούδα, να μας κοιτούν αόρατα πλασματα με ανείπωτη αγάπη να συντελούνται τα μέγιστα ,καθώς η κρυφή σου χάρη θα μας υψώνει πέρα από την οροσειρά των καημών.. Να μην βλέπεις τους εσωτερικούς λυγμούς μου να βγαίνουν τις νύχτες σαν νεκροί που κρατούν θυμιατήρια. Εσύ να θυμάσαι τις νύχτες που μπαίναμε στην θάλασσα με τα ρούχα κι υμνούσαμε την αθωότητα που διατηρούν οι ενήλικες στο στήθος ,σαν φυλαχτό. Εσύ υπερήφανα να κρατάς τις ήττες μας, να τις βάζεις στους βασιλικούς να μοσχοβολούν από διηγήσεις, οι ήττες μας οδήγησαν στο ξανακερδισμένο μας γέλιο. Να 'ερχεσαι, δίχως όρους και προθέσεις.
πίσω από την μεμβράνη των ματιών σου χαίρομαι να βλέπω να αποχωρίζεσαι ένα ένα, τα σκληρά σου λέπια. Και να ταξιδεύω με άδειες αποσκευές φορώντας μόνο το δικό σου βλέμμα.
Ω! Μοναδική μου ρέμβη! Ω! βελούδινη είσαι , κι άλλες φορές μεταξένια είσαι, ευτυχία! Στην υστεροφημία σας, στο ολόγραμμα σας, στέκομαι και ριγώ! Ω! Απρόσληπτες μου πτήσεις, ελεύθερα σας πίνω και ύστερα μεθώ, σαν το παιδί που πρώτη φορά γεύεται του σταφυλιού τον χυμό!
Στο διπλανό σπίτι που ενοικιάζεται, αυτήν την στιγμή ,δίνονται μαθήματα μουσικής με πιάνο. Παιδική φωνή διασχίζει το δρομάκι έξω από το σπίτι μου. (μήλο μου κόκκινο κλπ) Πριν καμιά ώρα κάποια γυναίκα φώναζε πουλώντας καλάθια και πανεράκια. Τα σύννεφα γλείφουν το χωριό μου και φαίνεται κάποιες στιγμές σαν να είναι κυκλωμένο από βαμβακια που έχουν διάφορα σχήματα τα οποία χαλάνε και χάνονται καθώς ενώνονται. Ένας μικρόκοσμος ξεχύνεται μέσα στον μεγάλο υφαίνοντας και βελάζοντας αλήθειες και μικρά ψέματα. Κι όσο το πιάνο υψώνεται πάνω από τα σπίτια ,σκέφτεσαι την καταγωγή και τα έργα του ανθρώπου, πως ξεκίνησε και που τραβάει.. Οι συνάξεις με τους φίλους στην βεράντα συνεχίζονται, με τα αστέρια πότε να τρέχουν σβήνοντας κι άλλοτε να μένουν ακίνητα ,σκορπίζοντας τα ασήμια τους και κάνοντας τα μάτια μας αθώα. Ένα μπαούλο με μνήμες θα κουβαλήσω ξανά μπαίνοντας στο ανοιχτό στόμα του πλοίου της επιστροφής, αυτό αργεί ακόμη ευτυχώς για εμένα., Εδώ το απαύγασμα των περασμένων χρόνων συντηρείται γλυκά στο καύκαλο της μνήμης κι η συγχώρεση είναι συνεχώς σαν ετοιμόγεννη γυναίκα. ΌΛα τα μικρά κι ευτελή των ανθρωπίνων αδυναμιών αντιμετωπίζονται έτσι, ως αδυναμίες, εδώ κυρίαρχος είναι ο ρόλος της ευγνωμοσύνης διότι κάθε νέα ημέρα είναι μια ανοιχτή πόρτα στο θάμπος και την χαρά της ζωής... Η αγάπη δεν είναι δεδομένη, την κατακτάς κάθε ημέρα πολεμώντας σαν ένας ειρηνικός πολεμιστής γι αυτήν.. σελίδα ημερολογίου
>πόσο νομίζεις πως την ξέρεις; Κοιμάσαι τις νύχτες με οινοπνευματώδεις ουσίες στο αίμα σου αγκαλιάζοντας τα πόδια σου σε στάση εμβρύου. Ξυπνάς με τον ήλιο να χτυπάει τα παντζούρια, ο κόκορας έχει εμφανώς κουραστεί , εσύ πίνεις το τσάι σου με μια πνευματική διέγερση και μια όξυνση των αισθήσεων. Μαζεύεις την μνήμη της χτεσινής νύχτας που έχει πια εξαυλωθεί. Χόρευες μπάλο χτες με τον Α. που γιόρταζε κι ήταν απέναντι σου πάλι εκείνη, η θάλασσα. Ύψωνες τα χέρια σου και πατούσες με δύναμη τα πόδια στην γη για να εξυψωθείς, να πεις δεν φοβάμαι τον θάνατο , ούτε και την ζωή.Εκείνη σε άκουγε σαν να ήταν η πιό γενναία μητέρα. Ο πατέρας σου χαμογελούσε απαλά στροβιλισμένος σε ένα δυνατό αέρα που σου ανακάτευε τα μαλλιά. Όλα έλαμπαν εκστατικά. Όλα έλαμπαν, χυμένα χρώματα του ζωγράφου που ζωγράφιζε τοίχους σε μια ταβέρνα για ένα πιάτο φαγητό. Ποιητές ανεβασμένοι σε πλώρες και σοφίτες έλαμπαν μέσα σου, ηταν πίσω από τα μάτια σου γι αυτό χόρευες και μαζί τους, ένας μπάλος για δύο έγινε για πολλούς. Είμαστε πολλοί, στοιβαγμένοι σε μια πλώρη ψάχνουμε την θάλασσα. Την αθωότητα μας, τον έρωτα, θέλουμε να ξορκίσουμε τις βασάνους, θέλουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Θέλουμε να θαυμάζουμε και να αναρωτιόμαστε για την αρμονία και την τάξη που υπάρχει στο βασίλειο της μέλισσας. Να ακούσουμε τον Γ. τον μελισσοκόμο να μας εξηγεί πως γεννιέται μια βασίλισσα και τον αγώνα του ζευγαρώματος των κυφήνων. ΌΛα είναι ένας αγώνας που τον μαλακώνει η θάλασσα. Πόσο νομίζεις πως την ξέρεις; Ξέρεις πως τις νύχτες όταν κοιμάσαι γυρίζεις μέσα της; Καθώς γράφεις από ανάγκη λέξεις που λίγοι θα διαβάσουν ,σου χτυπάει το κουδούνι ενα κορίτσι και σου δίνει ένα ψωμί για τις σαράντα ημέρες που πέρασαν από τον θάνατο μιας γυναίκας. Ετσι γίνεται εδώ , είναι κομμάτι της παλιάς ζωής που διατηρείται για να θυμάσαι πως ζούσαν οι άνθρωποι τότε. Στον Οθέλο υπάρχει μια φράση που με έχει σημαδέψει. Μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει. Πόσο καλά το καταλαβαίνεις; Η Αμοργός το ξέρει και με αγαπάει γι αυτό, είναι η μόνη που ξέρει.. σελίδα ημερολογίου
Μια ησυχία που εμπεριέχει μέσα της την γαλήνη είναι απλωμένη σήμερα στο χωριό.Σε όλες τις άκρες του νησιού. Ο αέρας έπαψε να κυριαρχεί με τις κραυγές του. Ο ήλιος είνα δυνατός και μοιάζει σαν να κινείται σήμερα έντονα στην ατμόσφαιρα. Λίγοι είναι οι παραθεριστές που ζουν μόνο για να θρέψουν στομάχι και συκώτι. Οι άλλοι, αυτοί που θα διασχισουν τα βουνά και τα μονοπάτια κι έρχονται για να θρέψουν μάτια και πνεύμα έρχονται τώρα ή σε λίγες ημέρες.Αυτοί, βάζουν στόχους που τους κατακτά το ποδι σε συνεργασία με την θέληση. Σιωπή, μια γλυκόπικρη σιωπή του Σεπτέμβρη θυμίζει το θέρος. που πέρασε .Τα σταφύλια χρυσίζουν στο μάτι κι ο αετός ερωτροπει στον αέρα με το ταίρι του. βγάζοντας μικρές φωνές. Ξαπλωμένη στην άμμο διαβάζοντας πάντα ένα βιβλίο πότε πότε αφήνω το μάτι να διαλυθεί στα συννεφα που ταξιδεύουν και άλλοτε βλέπω αυτήν την ερωτροπία στον αέρα. Σκέφτομαι τότε, πόσο μικρός είσαι άνθρωπε , έφτιαξες μηxανές για να διασχίσεις αποστάσεις ,αλλά ετούτο εδώ, ποτέ δεν θα το φτάσεις. Ένα ερωτικό κάλεσμα στον αέρα ελεύθερος, εσύ το περισσότερο για το οικονομικό συμφέρον μπορείς να πετάξεις, πτήσεις ερωτικές μονάχα στο κρεβάτι σου θα κάνεις, εκεί κάνεις έρωτα , εκεί και μια ημέρα θα πεθάνεις.. σελίδα ημερολογίου
πρέπει να μην πω που είναι κρυμμένα τα γατάκια με την μητέρα τους, όλο και κάποιος εδώ υποφέρει από οργή στα αδύναμα ζώα, η μητέρα γάτα έχει την ικανοτητα να μου σκίίζει την καρδιά, την πρώτη φορά που ήρθε στο σκαλοπάτι του σπιτιού μου με κοίταξε με όλη την επιθυμία για έλεος , τρίφτηκε και νιαούριζε με ήχους που ζητούσαν κάτι, ρουθούνια σκισμένα , τρώγοντας έκανε ήχους σαν να υποφέρει από άσθμα. Μέρα παρά μέρα, πηγαίνω φαγητό στα δυό παιδιά μου, ένα μάλλον ηλικιωμένο άλογο κι ένα νεαρό γαιδουράκι. Μόλις με βλέπουν από μακριά φωνάζουν κ αυτό με κάνει να γελάω. Πότε πότε βλέπω κάποιον νεκρό τζίτζικα και θαυμάζω την φτιαξιά του. Όταν έρχομαι σε επαφή με ετούτον τον υπέροχο κόσμο η ψυχή μου βγαίνει μπροστά μου γυμνή, αυτός ο κόσμος την οδηγεί έξω από εμένα. Έπειτα μπαίνει μέσα στο σώμα καλούπι. Κι η μύγα παίρνει τον δρόμο της, πότε να ενοχλήσει ένα μουλάρι και πότε να ακολουθήσει ένα φέρετρο. Οι νύχτες δεν διευθύνουν τίποτε , μια σελήνη φανερώνεται πίσω από ένα βουνό κι ύστερα ξανακρύβεται για τα δικά της δωμάτια. Έχω μια βαθυκύανη φτερούγα όταν ξυπνώ κι όταν κοιμάμαι. Απομένω θαμπωμένη... Σελίδα ημερολογίο
Ολόκληρη την νύχτα που μιλούσε μαζί του, είχε την αίσθηση πως μιλούσε με ένα πουλί, τον ονόμασε μέσα της, (ο άντρας-πουλί ),στην γλώσσα των Μαπούτσε, κι ας μην ήταν Ινδιάνα. Όταν ξύπνησε, βρήκε στο μαξιλάρι της ένα φτερό κι όμως θυμόταν, το μόνο που έκανε ήταν να τον καληνυχτίσει ευγενικά και να φύγει μόνη της.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017


εκείνον τον καιρό η μητέρα μου ήταν κίτρο κι ο πατέρας ένας δίσκος στο γραμμόφωνο, μιλούσε για έρωτες που είχαν πέσει από κόκκινα ταβάνια. Έκλαιγε με τους στίχους και μάζευα τα δάκρυα του σε ένα μικρό μπουκάλι. Ύστερα από χρόνια πάλεψα με τις σαύρες που γλεντούσαν με τον πόνο του κόσμου. Προσπάθησα να μην γίνω μελό και κοινότοπη. Έγινα κι εγώ ένας πεσμένος έρωτας, έριξα λιβάνι στην κοιλιά του κτήνους και κολύμπησα στην κίτρινη λίμνη. Κότσυφες με συνόδευαν στην γη των πληγών, ύστερα θυμήθηκα τα δάκρυα του πατέρα κι έγινα αέρας. Από τότε η μνήμη μου έγινε σφουγγάρι με τρύπες. Όταν θυμάμαι την ημέρα που βγήκα στον κόσμο είχε βροχή, πάλεψα πολύ για μην γίνω μέρος της. Έγινα μέρος δικό μου, έχω σπηλιές , λίμνες και δάση κι έχω όνειρα από μετάξια. Και σαν αέρας μεταφέρω τα τραγούδια των αντρών στα κορίτσια, να αγαπηθούν ζητώ ,χωρίς να γίνουν πεσμένοι έρωτες. Κι οι σαύρες συνεχίζουν να παραμονεύουν, λίγη ευτυχία των ανθρώπων τις κάνει να νιώθουν φρίκη. Κι ο πόλεμος μεταξύ μας συνεχίζεται χωρίς νικητές . Μόνο το ισόπαλο δέος μας ενώνει και η εσχατιά του κόσμου. Και τα δάκρυα του πατέρα που δεν δείλιασε να γονατίσει με πένθος.. Αγγελόκοσμος